
Θα χαμογελούσες άραγε;
Εκείνο το χαμόγελο που κάποτε ήξερα να διαβάζω χωρίς να χρειάζεται να μου πεις τίποτα.
Θα θύμωνες;
Θα σε άγγιζαν οι λέξεις μου ή θα περνούσαν από πάνω σου, αδιάφορες, σαν τη βροχή πάνω σ’ ένα κλειστό παράθυρο;
Ή μήπως θα αναρωτιόσουν κι εσύ, για μια στιγμή, αν όσα ζήσαμε ήταν αρκετά για να μείνουν κάπου μέσα σου;
Δεν έχω κάτι μεγάλο να σου πω.
Δεν υπάρχει κάποια αποκάλυψη.
Κάποιο μυστικό που περίμενε χρόνια για να ειπωθεί.
Υπάρχουν μόνο εκείνες οι παράξενες στιγμές… οι εντελώς απροειδοποίητες.
Ένα τραγούδι.
Μια μυρωδιά.
Ένα γνώριμο μέρος.
Μια λέξη που κάποιος είπε χωρίς να ξέρει.
Και ξαφνικά… εσύ.
Χωρίς προειδοποίηση.
Έρχεσαι για λίγο στη σκέψη μου, σαν να μην πέρασε ούτε μία μέρα.
Και ύστερα φεύγεις πάλι.
Μόνο που, αυτή τη φορά, δεν πονάει όπως παλιά.
Κι αυτό ίσως είναι το πιο παράξενο απ’ όλα.
Γιατί κάποτε πίστευα πως, για να σε ξεπεράσω, έπρεπε να πάψω να σε θυμάμαι.
Τώρα ξέρω πως δεν είναι έτσι.
Κάποιοι άνθρωποι δεν φεύγουν από μέσα μας.
Απλώς αλλάζουν θέση.
Από την αγγαλιά… πηγαίνουν στη μνήμη. Από την καθημερινότητα… πηγαίνουν στη σιωπή. Κι από εκεί… σε μια γωνιά της καρδιάς που δεν επισκεπτόμαστε συχνά.
Μα υπάρχει.
Και ίσως αυτό να είναι η ωριμότητα της αγάπης.
Να μπορείς να θυμάσαι χωρίς να ζητάς. Να νοσταλγείς χωρίς να γυρίζεις πίσω. Να αγαπάς χωρίς να απαιτείς να σε αγαπήσουν ξανά.
Δεν σε σκέφτομαι πια όπως τότε.
Δεν σε περιμένω.
Δεν ψάχνω σημάδια. Δεν φτιάχνω σενάρια για το τι θα γινόταν αν…
Κι όμως…
Υπάρχει ακόμη κάτι δικό σου μέσα μου.
Όχι η μορφή σου.
Όχι η φωνή σου.
Αλλά εκείνος ο άνθρωπος που έγινα όταν ήσουν στη ζωή μου.
Κι αυτόν δεν μπορώ να τον αποχαιρετήσω.
Γιατί, μαζί σου, έζησε πράγματα που δεν θα ξαναζήσει με τον ίδιο τρόπο.
Έμαθε να χαμογελάει αλλιώς. Να φοβάται αλλιώς. Να ελπίζει αλλιώς.
Και ίσως, τελικά, αυτό να είναι που μένει από έναν άνθρωπο όταν φύγει.
Όχι οι φωτογραφίες.
Ούτε τα λόγια.
Ούτε καν οι αναμνήσεις.
Μένει ο τρόπος που άλλαξε κάτι μέσα σου.
Κι εσύ… άλλαξες κάτι μέσα μου.
Γι’ αυτό, αν μπορούσες να με ακούσεις τώρα, δεν θα σου ζητούσα να επιστρέψεις.
Δεν θα σου ζητούσα εξηγήσεις.
Δεν θα σου έλεγα πως μου λείπεις.
Θα σου έλεγα μόνο…
Σε θυμάμαι.
Όχι γιατί δεν κατάφερα να σε ξεχάσω.
Αλλά γιατί δεν θέλω να ξεχάσω εκείνον τον άνθρωπο που υπήρξα όταν σε αγαπούσα.
Και αν κάποτε, κάπου, μέσα σε μια ήσυχη νύχτα, χωρίς να ξέρεις γιατί, περάσει για μια στιγμή η σκέψη σου από μένα… μην τη διώξεις.
Άφησέ την να μείνει λίγο.
Ίσως είναι η καρδιά που θυμάται κάτι που το μυαλό έχει προ πολλού μάθει να αφήνει πίσω.
Κι αν με ρωτούσες, λοιπόν, τι είσαι σήμερα για μένα…
θα σου έλεγα:
Είσαι ένα κομμάτι του χθες που δεν ζητά να γίνει ξανά σήμερα.
Είσαι μια σιωπή που δεν με πληγώνει πια.
Ένα αχνό φως μέσα στις παλιές μου σκιές.
Και μια από εκείνες τις σπάνιες αναμνήσεις που δεν θέλεις να τις ξαναζήσεις…
μόνο να ξέρεις πως κάποτε ήταν αληθινές.
Κι αυτό… μου αρκεί...
Άρθρο του Κριεκούκη Κωνσταντίνου.
