Καλή Περιήγηση!

Κριεκούκης Κωνσταντίνος



Η συνείδησή μου έχει ένα ταλέντο: εμφανίζεται πάντα τη στιγμή που πάω να κοιμηθώ.
Χθες το βράδυ, μόλις ακούμπησα μαξιλάρι, να τη.

«Δύο λεπτά», της λέω. «Κάν’ το γρήγορα».

Γέλασε ειρωνικά.

«Είσαι καλός άνθρωπος;»

«Δεν ενοχλώ κανέναν. Κάνω τη δουλειά μου».

«Και τα λεφτά; Τα χιλιάρικα τα λες ακόμη “ψιλά”;»

«Μιλάω με τη συνείδησή μου ή με την εφορία;»

Δεν απάντησε.

«Κάποτε έλεγες ότι δεν σε νοιάζει το χρήμα».

«Κάποτε έλεγα πολλά», της λέω. «Τώρα θέλω να κοιμηθώ».

Στάθηκε εκεί.

«Δύο ερωτήσεις», είπε.

«Είσαι καλός Χριστιανός;»

Παύση.

«Ε… ναι».

«Με τόσα που έχεις;»

«Ο Χριστός μίλησε για χιτώνες, όχι για κοστούμια».

Με άφησε να το πω.

«Έφαγες;»

«Φυσικά».

«Και δεν ντρέπεσαι;»

Αυτή τη φορά δεν απολογήθηκα.

Χαμογέλασα.

«Να ντραπώ γιατί; Επειδή πεινάει ο κόσμος; Να σταματήσουν οι πόλεμοι. Να κόψουν τα όπλα. Να ξυπνήσουν αυτοί που αποφασίζουν. Εγώ θα σώσω τον κόσμο;»

Σιωπή.

«Και μέχρι τότε;» με ρώτησε.

Έγειρα πίσω.

Άνετα.

Σαν να τελείωσε ήδη.

«Μέχρι τότε, θα ζήσω. Όπως μπορώ. Όπως θέλω».

Ένα δευτερόλεπτο.

Δύο.

«Και αν δεν σου αρέσει», της λέω, «είσαι ελεύθερη να φύγεις».

Δεν κουνήθηκε.

«Πήγαινε σε αυτούς που φταίνε. Σε αυτούς που έχουν τη δύναμη. Σε αυτούς που αποφασίζουν για πολέμους, για πείνα, για ζωές».

Σιωπή.

Την κοίταξα.

Περίμενα.

Τίποτα.

Μόνο εκείνο το βλέμμα — όχι θυμωμένο.

Σχεδόν… αδιάφορο.

Και τότε το κατάλαβα.

Δεν είχε έρθει για να με πείσει.

Ούτε για να με νικήσει.

Είχε έρθει απλώς για να καταγράψει.

Σαν σημείωση.

Σαν απόφαση που δεν ανακοινώνεται.

Ξάπλωσα.

Έκλεισα τα μάτια.

Και αυτή τη φορά, δεν ξαναμίλησε.

Ούτε μέσα μου.

Ούτε απ’ έξω.

Τίποτα.

Μόνο ύπνος.

Βαρύς.

Ήσυχος.

Καθαρός.

Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Και κάπου εκεί, λίγο πριν χαθώ τελείως,
μου πέρασε μια σκέψη—

όχι ενοχή,
όχι φόβος,
κάτι πιο απλό:

Αν η συνείδηση σταματήσει να μιλάει…
δεν σημαίνει ότι ησύχασες.

Σημαίνει ότι σταμάτησε να περιμένει από σένα κάτι καλύτερο.

Κι αυτό δεν ακούγεται σαν τιμωρία.
Ακούγεται σαν ησυχία.

Αλλά αυτή η ησυχία είναι ύποπτη.

Γιατί ο άνθρωπος αντέχει την ενοχή,
αντέχει την αμφιβολία,
αντέχει ακόμα και την ανάκριση.

Αυτό που δεν αντέχει — κι όμως το περνάει για λύτρωση —
είναι η σιωπή.

Γιατί τότε δεν έχεις απέναντί σου τίποτα.

Κανέναν να αντικρούσεις.
Κανέναν να ειρωνευτείς.
Κανέναν να διώξεις.

Μένεις μόνος.

Και το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι σε άφησε.

Είναι ότι μπορεί να το συνηθίσεις.

Και τότε…

αν μια νύχτα επιστρέψει και σε ξυπνήσει ξανά,

ίσως να είναι η τελευταία φορά που θα σου δώσει το δικαίωμα να απαντήσεις.