Κριεκούκης Κωνσταντίνος

Με ένα «Γαμώτο» γεννήθηκα, με ένα «Γιατί» θα πορευτώ μέχρι την τελευταία μου ανάσα.

Το «Γαμώτο» ανήκει δικαιωματικά στον μαιευτήρα που άργησε να με βγάλει από την κοιλιά της μάνας μου επειδή χαμουρευόταν με τις νοσοκόμες στον διάδρομο. Λίγα δευτερόλεπτα στερημένα από οξυγόνο στάθηκαν αρκούντως ικανά για να μου τυλίξουν, σαν εφόρου ζωής «δώρο», μια αναπηρία. Ένα ξένο σφάλμα που βαφτίστηκε δική μου πραγματικότητα.

Και το «Γιατί» πάει πιο ψηλά. Αν υπάρχει Θεός, όπως διακηρύττουν γεμάτοι βεβαιότητα οι κάθε λογής ξερόλες, γιατί δεν του έριξε μια σφαλιάρα από εκείνες που σειούν τα θεμέλια του μυαλού, να του ξυπνήσει —έστω την ύστατη στιγμή— την αίσθηση της ευθύνης, την αίσθηση της ευθύνης πριν σφραγίσει τη μοίρα ενός αθώου πλάσματος;

Αυτό το «Γαμώτο» δεν είναι απλώς μια κραυγή· είναι η ηχώ κάθε εμποδίου που συνάντησα έκτοτε. Είναι το βάρος των βλεμμάτων που κοιτούν με αμήχανη λύπηση, οι κλειστές πόρτες, οι πεζοδρόμοι που φτιάχτηκαν λες και ο κόσμος ανήκει μόνο σε όσους στάθηκαν τυχεροί στη λαχειοφόρο της γέννας. Είναι η βουβή οργή που νιώθεις όταν καταλαβαίνεις ότι η δική σου διαδρομή έγινε ανηφορική επειδή κάποιος άλλος αποφάσισε να είναι επιπόλαιος την ώρα του καθήκοντος.

Όμως το «Γιατί» δεν είναι ικεσία. Δεν είναι η στάση ενός ηττημένου που παρακαλάει για οίκτο ή περιμένει ένα καθυστερημένο θαύμα. Είναι μια διαρκής ανάκριση απέναντι στην τύχη, την κοινωνία και το ίδιο το σύμπαν. Είναι η άρνησή μου να καταπιώ τη σιωπή, να αποδεχτώ ότι η αξία της ύπαρξής μου ορίζεται από τη ζημιά που μου προκάλεσε η αδιαφορία ενός αγνώστου.

Με τον καιρό, αυτά τα δύο έγιναν οι πανοπλίες μου. Το «Γαμώτο» μετατράπηκε σε ατσάλι στη ραχοκοκαλιά, μια υπενθύμιση ότι επιβίωσα από την πρώτη κιόλας ανάσα που μου στέρησαν. Το «Γιατί» έγινε η κινητήριος δύναμη, η φλόγα που με σπρώχνει να αμφισβητώ τα πάντα, να διεκδικώ το χώρο μου και να απαιτώ σεβασμό, όχι ελεημοσύνη.

Γεννήθηκα από την αμέλεια ενός ανθρώπου, αλλά ζώ μέσα από τη δική μου αδιαπραγμάτευτη βούληση. Αν η πρώτη σελίδα της ζωής μου γράφτηκε με το σφάλμα ενός μαιευτήρα, όλες οι επόμενες θα γραφτούν με τους δικούς μου όρους, με το δικό μου αίμα και το δικό μου μελάνι.

Και το ερώτημα δεν σταματά στο παρελθόν. Δεν αφορά μόνο εκείνο το πρώτο, μοιραίο δευτερόλεπτο της γέννησής μου. Μεταφέρεται εδώ, στο τώρα, στην παρούσα στιγμή.

Αν υπάρχει Θεός, γιατί δεν παρεμβαίνει αυτή ακριβώς τη στιγμή;

Γιατί παρακολουθεί αμέτοχος από τις ουράνιες εξέδρες του, την ώρα που το πλάσμα του παλεύει καθημερινά με τις αλυσίδες μιας αδικίας που δεν προκάλεσε; Αν η θεϊκή παντοδυναμία είναι πραγματικότητα και όχι ένα παρηγορητικό παραμύθι για να αντέχουμε το χάος, γιατί δεν απλώνει το χέρι Του τώρα να ισιώσει τα σπασμένα; Γιατί αφήνει τον χρόνο να κυλά πάνω στις πληγές, χωρίς να διορθώνει το λάθος, χωρίς να αποδίδει δικαιοσύνη σε χρόνο ενεστώτα;

Η σιωπή Του στην παρούσα στιγμή είναι εκκωφαντική. Αλλά μέσα σε αυτή τη σιωπή, γεννιέται η μεγαλύτερη ανατροπή.

Ίσως η απάντηση στο «Γιατί» να μην βρίσκεται σε κάποια θεϊκή παρέμβαση που καθυστερεί, αλλά στη συνειδητοποίηση πως δεν χρειάζομαι έναν «από μηχανής Θεό» για να δικαιώσω την ύπαρξή μου.

Αν ο Θεός επιλέγει την απουσία ή την αδράνεια, τότε η δική μου παρουσία οφείλει να γίνει πιο ισχυρή. Αν Εκείνος αρνείται να παρέμβει στην παρούσα στιγμή, τότε η παρούσα στιγμή ανήκει εξ ολοκλήρου σε μένα. Η απουσία ενός θαύματος δεν είναι η ήττα μου· είναι η απόλυτη ελευθερία μου. Είναι η στιγμή που παύω να περιμένω τη λύτρωση από τους ουρανούς και γίνομαι ο μόνος αρχιτέκτονας της κάθαρσής μου.

Η κάθαρση δεν έρχεται όταν σβηστεί η αναπηρία ή όταν παραδεχτεί το σφάλμα του ο μαιευτήρας. Η κάθαρση έρχεται τη στιγμή που κοιτάζω τη σιωπή του Θεού στα μάτια και της απαντώ:

«Δεν με νοιάζει αν σιωπάς, γιατί εγώ έμαθα να μιλώ. Δεν με νοιάζει αν δεν παρεμβαίνεις, γιατί εγώ έμαθα να νικώ μόνος μου.»

Αυτή είναι η προσωπική μου νίκη: μετέτρεψα την έλλειψη σε υπεροχή. Το σώμα μπορεί να έχει τα όριά του, αλλά το πνεύμα μου δεν ζητά πια την άδεια κανενός για να πετάξει. Το «Γαμώτο» που με γέννησε έγινε η γείωσή μου, και το «Γιατί» έγινε η σοφία μου.

Και αν τελικά βρεθώ κάποτε απέναντι σε αυτόν τον Θεό, δεν θα πέσω στα γόνατα να ζητήσω συγχώρεση, ούτε εξηγήσεις.

Δεν θα φωνάξω.

Δεν θα απαιτήσω απαντήσεις.

Θα τον κοιτάξω ίσια στα μάτια.

Θα χαμογελάσω.

Και δεν θα του πω τίποτα.

Έτσι κι αλλιώς...

Θα του τα έχω πει όλα.