
Και μαζί της, αρχίζει ο φόβος.
Βγαίνουμε από τη μήτρα, αφήνουμε πίσω μας το πρώτο μας σπίτι και βρισκόμαστε ξαφνικά μέσα σε έναν κόσμο που δεν γνωρίζουμε.
Και κλαίμε.
Ίσως όχι από πόνο.
Ίσως από την πρώτη μας διαμαρτυρία.
Σαν να λέμε:
«Ποιος με έφερε εδώ;»
Κανείς δεν μας απαντά.
Και μεγαλώνουμε.
Μαθαίνουμε να περπατάμε, να αγαπάμε, να χάνουμε, να περιμένουμε, να απογοητευόμαστε, να ξανασηκωνόμαστε.
Μαθαίνουμε πως τίποτα δεν μας ανήκει πραγματικά.
Ούτε οι άνθρωποι.
Ούτε οι στιγμές.
Ούτε καν ο χρόνος μας.
Και κάποια στιγμή αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε πως η ζωή δεν είναι μόνο αυτό που μας δίνει.
Είναι κι αυτό που μας παίρνει.
Μας παίρνει ανθρώπους.
Μας παίρνει όνειρα.
Μας παίρνει βεβαιότητες.
Μας παίρνει κομμάτια του εαυτού μας που δεν θα ξαναβρούμε ποτέ.
Κι ύστερα έρχεται η πίστη.
«Πίστεψε», μας λένε.
«Ο Θεός είναι αγάπη.»
Κι εγώ ρωτάω:
Ποια αγάπη;
Εκείνη που κοιτάζει τον άνθρωπο να υποφέρει και σωπαίνει;
Εκείνη που αφήνει ένα παιδί να γνωρίζει τον πόνο πριν προλάβει να γνωρίσει τον κόσμο;
Εκείνη που αφήνει τον άνθρωπο να παρακαλά για ένα θαύμα και να παίρνει πίσω σιωπή;
Σε ποιον πούστη Θεό να πιστέψω και γιατί;
Σε εκείνον που λένε πως είναι παντοδύναμος;
Τότε γιατί δεν σταματά το κακό;
Σε εκείνον που λένε πως είναι πανάγαθος;
Τότε γιατί υπάρχει τόσος πόνος;
Ή μήπως πρέπει απλώς να μη ρωτάω;
Να σκύψω το κεφάλι;
Να πιστέψω επειδή φοβάμαι;
Όχι.
Αν υπάρχει Θεός, δεν θέλω να τον πιστέψω από φόβο.
Δεν θέλω έναν Θεό που χρειάζεται την υποταγή μου.
Θέλω έναν Θεό που αντέχει την ερώτησή μου.
Που δεν τρομάζει όταν του λέω:
«Δεν σε καταλαβαίνω.»
«Δεν σε βλέπω.»
«Δεν ξέρω αν υπάρχεις.»
Γιατί, αν ένας Θεός είναι πραγματικά Θεός, δεν μπορεί να φοβάται την αμφιβολία ενός ανθρώπου.
Κι αν η ερώτησή μου είναι βλασφημία, τότε ας είναι.
Γιατί προτιμώ μια τίμια βλασφημία από μια ψεύτικη πίστη.
Δεν μπορώ να αποδείξω ότι υπάρχει Θεός.
Δεν μπορώ να αποδείξω ότι δεν υπάρχει.
Μπορώ όμως να αποδείξω κάτι πολύ πιο απλό:
Ότι πονάω.
Και μέσα στον πόνο μου δεν ζητάω πάντα ένα θαύμα.
Ζητάω έναν λόγο.
Έναν λόγο να συνεχίσω.
Κι ίσως εδώ να βρίσκεται η πιο παράξενη μορφή πίστης.
Όχι στο να ξέρεις.
Αλλά στο να συνεχίζεις ενώ δεν ξέρεις.
Να πέφτεις και να σηκώνεσαι χωρίς να έχεις καταλάβει γιατί έπεσες.
Να χάνεις και να συνεχίζεις να αγαπάς.
Να πονάς και να μη γίνεσαι πέτρα.
Να κοιτάζεις το σκοτάδι και, παρ’ όλα αυτά, να ψάχνεις λίγο φως.
Μείνε, κι ας μην καταλαβαίνεις.
Μείνε, κι ας μην έχεις απαντήσεις.
Γιατί κάποια πράγματα δεν εξηγούνται.
Μόνο διασχίζονται.
Και μπορεί να μη μάθω ποτέ γιατί γεννήθηκα.
Μπορεί να μη μάθω ποτέ γιατί πρέπει να πονάμε για να καταλάβουμε πόσο πολύ θέλουμε να ζήσουμε.
Μπορεί να μη μάθω ποτέ αν κάποιος ακούει όταν μιλάω μόνος μου μέσα στη νύχτα.
Αλλά ξέρω κάτι.
Κάθε φορά που η ζωή με γονατίζει,
κι εγώ ξανασηκώνομαι,
κάτι μέσα μου απαντά.
Και ίσως αυτή να είναι η μόνη απάντηση που μπορώ πραγματικά να έχω.
Ίσως ο Θεός να υπάρχει.
Ίσως και να μην υπάρχει.
Αλλά αν υπάρχει,
δεν θα τον βρω επειδή κάποιος μου είπε να πιστέψω.
Θα τον βρω εκεί όπου, ενώ όλα μέσα μου λένε «τέλος»,
κάτι μικρό, επίμονο και σχεδόν παράλογο
μου ψιθυρίζει:
«Σήκω.
Δεν τελείωσες ακόμα.»
Κι αν αυτό δεν είναι Θεός,
τότε πες το όπως θέλεις.
Εγώ θα το λέω
ζωή.