Κριεκούκης Κωνσταντίνος

Η νύχτα απλώνεται πάνω από την πόλη σαν μια λεπτή μεμβράνη, κρατώντας μέσα της όλα όσα δεν ειπώθηκαν. Οι δρόμοι μοιάζουν να ανασαίνουν αργά, σαν να περιμένουν κάτι· μια κίνηση, μια σκέψη, ένα σημάδι πως η επόμενη μέρα θα φέρει κάτι διαφορετικό. Στο βάθος, τα φώτα τρεμοπαίζουν, σαν να προσπαθούν να αφηγηθούν μια ιστορία που κανείς δεν έχει χρόνο να ακούσει.

Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σιωπή υπάρχει μια παράξενη ενέργεια. Μια αίσθηση πως όλα βρίσκονται σε μετάβαση. Οι άνθρωποι περπατούν βιαστικά, όμως το βλέμμα τους προδίδει πως κάτι τούς τραβά πίσω· μια ανάμνηση, μια υπόσχεση, μια ανησυχία που δεν έχει ακόμη όνομα.

Το πρώτο βήμα γίνεται πάντα στο σκοτάδι. Εκεί όπου δεν υπάρχει χάρτης ούτε οδηγίες. Εκεί όπου η διαίσθηση παίρνει τον έλεγχο και η λογική απλώς ακολουθεί. Κι όσο η νύχτα βαθαίνει, τόσο πιο καθαρά αποκαλύπτεται μια αλήθεια: κάθε αλλαγή ξεκινά από μια μικρή, σχεδόν αδιόρατη απόφαση. Μια σπίθα που δεν φαίνεται, αλλά καίει.

Κάπως έτσι αρχίζουν όλα. Όχι με θόρυβο, αλλά με έναν παλμό.